Under Deconstruction

Wasted my time till time wasted me

Το παιχνίδι της ζωής

Posted by dustinthewind στο Απρίλιος 20, 2007

Οι κανόνες είναι οι εξής:

  1. Πρέπει να παίξεις στο παιχνίδι.
  2. Δε μπορείς να νικήσεις.
  3. Δε μπορείς να φέρεις ισοπαλία.
  4. Δε μπορείς να αποχωρήσεις*.

Καλή τύχη!

This is not an exit

* Η πληροφορία πως τελικά τα κατάφεραν όσοι δοκιμάσαν να παραβιάσουν τον τελευταίο κανόνα όταν συνειδητοποίησαν την αλήθεια των προηγούμενων ελέγχεται ως αναληθής.

Posted in Χωρίς κατηγορία | 4 Σχόλια »

Η φιλοσοφία της βαρεμάρας

Posted by dustinthewind στο Μαρτίου 5, 2007

Βαριέμαι. Βαριέμαι συχνά. Και δε μιλάμε για την τυπική «δεν έχω κανονίσει τίποτα γι’απόψε και δεν παίζει τίποτα σοβαρό στην τιβί» βαρεμάρα. Φυσικά συμβαίνει κι αυτή (έστω χωρίς τιβί τα τελευταία 5-6 χρόνια), αλλά μπορεί να υπάρχουν 765213 πράγματα που μπορώ (ή πρέπει) να κάνω, και παρ’όλα αυτα να βαριέμαι. Δυσκολευόμουν να εξηγήσω και να αποδώσω με λέξεις αυτή την κατάσταση, πόσο μάλλον τις πιθανές ή λιγότερο πιθανές αιτίες της. Σε σχέση με άλλες καταστάσεις, η βαρεμάρα είναι συχνά η λιγότερο χειροπιαστή. Σχεδόν πάντα υπάρχει συγκεκριμένος λόγος που έχω χαρεί, λυπηθεί, νευριάσει, ανησυχήσει, αγαλιάσει, καυλώσει. Αντίθετα όταν βαριέμαι, συνήθως δεν υπάρχει αντικείμενο στην πρόταση. Δεν βαριέμαι κάτι ή κάποιον. Απλά βαριέμαι.

Σεπτέμβριος 2006, Ελ. Βενιζέλος, περιμένω να έρθει η ώρα για την πτήση μου χαζεύοντας περιοδικά στον Παπασωτηρίου. Το βλέμμα που φτάνει στο stand με τα βιβλία, γεμάτο με best sellers κυρίως. Ανάμεσα στους κλώνους του Κώδικα Ντα Βίντσι και του Χάρυ Πότερ, τα «ρομαντικά μυθιστορήματα» («γυναικείες τσόντες» που είχε πει κι ένας φίλος) και τα αθάνατα comics του Αρκά (θεός!), το βλέμμα μου πέφτει και σε ένα μικρό βιβλιαράκι με ανοιχτό πράσινο εξώφυλλο. Η φιλοσοφία της βαρεμάρας Lars Svendsen. Ο τίτλος παραδόξως με κεντρίζει να το πάρω στα χέρια μου, και αφού διαβάσω και το οπισθόφυλλο, το έχω ανταλλάξει με το Wired που ετοιμαζόμουν να τσιμπήσω.

Η φιλοσοφία της βαρεμάρας καταπιάνεται με ένα απ’τα μεγαλύτερα κι όμως ελάχιστα μελετημένα θέματα-προβλήματα της σύγχρονης εποχής. Έχοντάς το διαβάσει δύο φορές από τότε, μπορώ να πω πως το κάνει αρκετά καλά. Σ’αυτό βοηθάει όχι μόνο το μικρό του μέγεθος, αλλά κυρίως ότι το ύφος είναι απλό και προσβάσιμο, χωρίς την στεγνή ξύλινη γλώσσα που απαιτεί να έχεις διδακτορικό στη φιλοσοφία ή να έχεις καπνίσει χόρτο πιο πριν για να καταλάβεις τι πάει να σου πει. Ως προς το περιεχόμενο, δε μένει στην αυστηρά φιλοσοφική διερεύνηση της βαρεμάρας, αλλά την παρακολουθεί και απ’τη σκοπιά της λογοτεχνίας, της ποίησης, της ψυχολογίας, της θεολογίας και (last but not least) της απλής καθημερινότητας και σύγχρονης κουλτούρας. Δε θα κάνω λεπτομερή βιβλιοκριτική εδώ πέρα, θα έπαιρνε πολλές μπλογκοσελίδες κάτι τέτοιο και (όπως ίσως μαντέψατε) βαριέμαι ;-). Απλά θα σταθώ σε μερικά σημεία και φράσεις που μου έκαναν περισσότερο εντύπωση και έριξαν λίγο φως στα προσωπικά μου τούνελ.

Ξεκινάει δυνατά: Το να ερευνήσεις το πρόβλημα της βαρεμάρας είναι μια προσπάθεια να καταλάβεις ποιος είσαι και κατά πόσο ταιριάζεις στον κόσμο τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή γράφει στην εισαγωγή, και η βαθιά βαρεμάρα είναι μια θεμελιώδης υπαρξιακή εμπειρία συνεχίζει αργότερα στο πρώτο κεφάλαιο. Ιστορικά, ως διαδεδομένο πολιτιστικό φαινόμενο η βαρεμάρα υπάρχει εδώ και δύο αιώνες μόλις πάνω κάτω – παλιότερα ήταν «προνόμιο» των λίγων της εκάστοτε άρχουσας τάξης. Ως πρόγονος της βαρεμάρας μπορεί να θεωρηθεί η ακηδία, από το κήδος που σημαίνει να νοιάζεσαι. Από τους πρώιμους χριστιανικούς χρόνους και για μια χιλιετία σχεδόν ως τον αργά τον Μεσαίωνα, η ακηδία θεωρούνταν από τις πλέον σοβαρές αμαρτίες. Ο λόγος; Αφ’ενός γιατί υπονοεί την απόρριψη, ή αποστροφή καλύτερα, του θεού και της δημιουργίας του, και αφ’ετέρου γιατί όλες οι άλλες αμαρτίες ξεκινούν απο αυτήν. Πράγματι, υπάρχουν σύγχρονα στατιστικά στοιχεία για θετική συσχέτιση της βαρεμάρας με τη χρήση ουσιών, το αλκοόλ, το κάπνισμα, την πολυφαγία, τη σεξουαλική ασυδοσία, τον βανδαλισμό, την κατάθλιψη, την αυτοκτονία, την επιθετικότητα, τη βία, κ.λ.π.

Οι συνέπειες δεν περιορίζονται στην κοινωνία αλλά έχουν και άμεσο αντίκτυπο στο άτομο, καθώς η βαρεμάρα εμπεριέχει την απώλεια νοήματος. Η σχέση μεταξύ βαρεμάρας και νοήματος είναι ένα βασικό θέμα-μήνυμα του βιβλίου και επαναλαμβάνεται σε διάφορα σημεία, άλλοτε με λόγια του ίδιου του συγγραφέα και άλλοτε με αναφορές σε άλλους: Μπορούμε να κατανοήσουμε τη βαρεμάρα σαν μια δυσανεξία που μας δείχνει ότι η ανάγκη για νόημα δεν έχει ικανοποιηθεί (…) όταν υπάρχει έλλειψη προσωπικού νοήματος, κάθε μορφή διασκέδασης οφείλει να αποτελέσει ένα υποκατάστατο (…) Όσο περισσότερο η ατομική ζωή γίνεται το επίκεντρο του ενδιαφέροντος, τόσο μεγαλύτερη είναι η επιμονή να βρεθεί νόημα στις κοινοτοπίες της καθημερινότητας. Δεν είναι τυχαία η έμφαση που δίνουμε σήμερα στην αυθεντικότητα και την καινοτομία – το να είναι (ή να μοιάζει) κάτι νέο ή διαφορετικό είναι πιο σημαντικό απ’την όποια εγγενή του αξία. Εκεί πατάει όλη η βιομηχανία «ειδήσεων», θεάματος, μόδας και γενικά πολλά χαρακτηριστικά του «σύγχρονου τρόπου ζωής».

Συχνά συσχετίζουμε τη βαρεμάρα με τη δουλειά (ή την έλλειψή της) και τον ελεύθερο χρόνο (ή την έλλειψή του). Βαριόμαστε την καθημερινή ρουτίνα στη δουλειά, βαριόμαστε κι όταν έχουμε
πολύ χρόνο στα χέρια μας. Πως γίνεται να συμβαίνουν και τα δύο; Ο Svendsen εξηγεί: η βαρεμάρα δεν είναι ζήτημα καθησιού αλλά νοήματος (…) τη δουλειά που δεν δίνει πολύ νόημα στη ζωή την ακολουθεί ένας ελεύθερος χρόνος που της δίνει ελάχιστο νόημα (…) στο βαθμό που η δουλειά μπορεί να είναι σήμερα μια πιθανή θεραπεία για τη βαρεμάρα, ισχύει το ίδιο και για ένα φιξάκι ή ένα ποτό – μια προσπάθεια δηλαδή να δραπετεύσουμε από το χρόνο.

boredomΈχει πάει σχεδόν 4 το πρωί εδώ οπότε βάζω άνω τελεία με μια απ’τις πιο δυνατές φράσεις του βιβλίου: Η πλήξη δεν είναι η αρρώστια του να βαριέσαι γιατί δεν έχεις τίποτα να κάνεις, αλλά η πιο σοβαρή αρρώστια του να νιώθεις ότι δεν υπάρχει τίποτα που να αξίζει τον κόπο.

Καληνύχτα και περαστικά μου/σου/του/μας/σας/τους.

Posted in Χωρίς κατηγορία | 9 Σχόλια »

String theory

Posted by dustinthewind στο Φεβρουαρίου 27, 2007

Πρώτη πριβέ συνάντηση σήμερα ενός νέου τεχνολογικού ινστιντούτου με κεντρικό άξονα την εθνική ασφάλεια. Ίδρυση από DHS (Department of Homeland Security), οργάνωση από εθνικό κέντρο ερευνών Lawrence Livermore, συμμετοχές από AT&T, Bell Labs και 5 μεγάλα πανεπιστήμια, χρονικό ορίζοντα 3-6 έτη (και βλέπουμε) και από χρηματοδότηση… ας πούμε ότι τελειώνει με 6 τουλάχιστον μηδενικά ανά έτος.

Χαράματα 8:30 η ώρα σηκώνομαι να πάω με την τσίμπλα στο μάτι. Οι δρόμοι τίγκα στο χιόνι, το αμάξι να μην παίρνει μπρος για μια ακόμη φορά, τελοσπάντων φτάνω με λεωφορείο κατά τις 9 βλαστημώντας την τύχη μου και τα Δευτεριάτικα πρωινά. Τσιμπάω ένα ψιλομπαγιάτικο δανέζικο με γέμιση κεράσι και μια κούπα μαύρο καφέ, κάνω λίγο small talk με 2-3 παλιές συμφοιτήτριες που είναι επίσης καλεσμένες στο πάρτυ και αράζω σε μια απ΄τις λίγες κενές θέσεις σε μια σχεδόν γεμάτη αίθουσα.

Ρίχνω μια αναγνωριστική ματιά τριγύρω. Ο advisorας δεν έχει έρθει ακόμα και απ’τις υπόλοιπες φάτσες πολύ λίγες μου λένε κάτι.. καθόλου περίεργο, οι περισσότεροι δεν πρέπει να είναι καν απ’το πανεπιστήμιο, άσε που κι εγώ σπάνια πατάω πλέον. Αρκετή γερουσία, ο μέσος όρος ηλικίας των μη φοιτητών πρέπει να περνάει τα 50. Τα περισσότερα μεγάλα κεφάλια λήψης αποφάσεων πρέπει να βρίσκονται ήδη εδώ, κουστουμαρισμένα και γραβατωμένα, με τις σημειώσεις και τα λαπτόπια ανά χείρας, έχουν σχηματίσει πηγαδάκια περιμένοντας το εναρκτήριο λάκτισμα. Επιτέλους ο οικοδεσπότης, ένας συμπαθής παππούλης με περιποιημένο γκρίζο γενάκι σφυράει τη σέντρα. Οι λίγο-πολύ τυπικές γενικολογίες, οι βαρύγδουπες δηλώσεις και τα γλειψίματα προς τους ευεργέτες αρχίζουν να αναιρούν την όποια τυχόν επίδραση είχε ο καφές επάνω μου και νιώθω τα βλέφαρά μου να βαραίνουν.

Δεν πρέπει να έχει περάσει ένα τέταρτο και μπαίνει μέσα μια αργοπορημένη μελαχροινή τριανταπεντάρα, βαριά σαράντα να την έκανες, σχετικά εμφανίσιμη. Όχι τίποτα εκτυφλωτικό, αλλά ένα δεύτερο βλέμμα το κέρδιζε, ειδικά σε ένα τόσο ανδροκρατούμενο χώρο. Έρχεται και κάθεται μια θέση μπροστά και δεξιά από μένα, και λίγο πριν αφεθώ ξανά στον νανουριστικό ήχο της φωνής του παππούλη, η περιφερειακή μου όραση συλλαμβάνει κίνηση από δεξιά.

Με το που γυρίζω ανακλαστικά να δω, τη βλέπω σκυμμένη να ψαχουλεύει κάτι στην τσάντα της και μέσα από το άνοιγμα της πλάτης της καρέκλας με το κάθισμα ξεπροβάλλει πεντακάθαρα ένα μαύρο string (thong πιο σωστά). Δε μιλάμε για την ακρούλα πάνω πάνω… ολόκληρη η φαλαινοουρά εχει βγει και ατενίζει σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια. Για μερικά δευτερόλεπτα έχω μείνει μαλάκας – όχι φυσικά γιατί δεν έχω ξαναδεί ανάλογο θέαμα, αλλά γιατί ήταν το τελευταίο που περίμενα να δω στο συγκεκριμένο χώρο και χρόνο και απ΄τη συγκεκριμένη κυρία. Η οποία κυρία ή δεσποινίδα όπως μαθαίνω λίγο αργότερα είναι καθηγήτρια παν/μίου, με 20 σελίδες βιογραφικό όπως βλέπω στη σελίδα της στο παν/μιο. Περιττεύει ίσως να προσθέσω πως η υπνηλία μου εξατμίστηκε σε dt.

whale tail

Οι υπόλοιπες ομιλίες με βρήκαν να συλλογίζομαι πάνω σε βαθιά φιλοσοφικά ερωτήματα. Τι σημαίνει άραγε όταν μια τριανταπεντάρα καθηγήτρια-ερευνητής σκάει με μαύρο στρινγκάκι στο πρώτο επίσημο meeting ενός μεγάλου νέου κέντρου; Είναι δυνατόν να μην ξέρει πως φαίνονται όλα όταν σκύβει; Πόσο διαφορετικά είναι αλήθεια τα κίνητρά της από εκείνα του εικοσάχρονου πιπινιού που βγαίνει για clubbing; Για ανατομικούς και μόνο λόγους, δεν πρέπει να είναι ό,τι πιο βολικό για μια γεμάτη μέρα στη δουλειά… δεν έχω δοκιμάσει να πω την αλήθεια αλλά έτσι μου φαίνεται. Τι παίζει, οεο ; Αν τυχόν διαβάζει αυτό το ποστ κάποια τριαπεντάρα καθηγήτρια πανεπιστημίου που κουνάει την (φαλαινο-)ουρίτσα της, ας με διαφωτίσει.

Posted in Χωρίς κατηγορία | 14 Σχόλια »

We made ritual noise

Posted by dustinthewind στο Δεκέμβριος 18, 2006

As I was trying to bring some order to the chaos (also known as my file system) today, I ran into some photos I shot two months back or so at this party, «Dark Art Festival 2006» or something. I found out about it accidentally, just one day before the event. Although I was kinda weirded out about the location (an old abandoned warehouse in downtown Brooklyn instead of some mainstream venue), Covenant and Rotersand were playing, drinks were supposedly cheap and a bunch of local artists and wanna-bes with dark inclinations were exhibiting their work, so I jumped into it without thinking it twice. Boy, was I ever glad to act on spot! I didn’t blog about all the crazy sh*t I saw, listened and experienced that night and I’m too lazy to do it now, but sometimes pics speak louder than words. As a bonus, you won’t have to bear with my incessant blog-o-babble, how cool is that ? 🙂

darkfest-wallpapers darkfest-wallpaper darkfest-japfetish darkfest-skirts darkfest-nurse
darkfest-terror darkfest-covenant darkfest-covenant2 darkfest-tie
darkfest-chicks darkfest-SS darkfest-sexy darkfest-alien darkfest-gothqueen
darkfest-TS darkfest-thong darkfest-punkdarkfest-blackmagic darkfest-crown  

Posted in Άρτος και θεάματα | 1 Comment »

Πίκρατζ

Posted by dustinthewind στο Δεκέμβριος 8, 2006

Ρητορική ερώτηση προς το αντρικό κοινό: τι κάνεις όταν
– είσαι σε εταιρικό χριστουγεννιάτικο πάρτυ σε μουράτο club,
– έχεις και γαμώ τις ενέργειες και ρολλάρεις με τη μουσική,
– βλέπεις μια αρκετά νόστιμη ασιάτισα, μόνη, να λικνίζεται εξίσου έντονα και να σε παίζει με ματιές και χαμόγελα,
– ανταποδίδεις και ετοιμάζεσαι για κίνηση,
– και λίγα δευτερόλεπτα πριν προσεγγίσεις την πλησιάζει και την αγγαλιάζει από πίσω ο γκόμενός της, που τυγχάνει να είναι ο συνάδελφός σου που κάθεται 3 cubicles παραδίπλα και απ’τους λίγους cool τύπους μέσα σε μια θάλασσα από computer geeks.

Ρητορική απάντηση: Την πάπια.

Ουδέν κακό αμιγές καλού, γλύτωσα τα χειρότερα. Μετά ξαναβρεθήκαμε όλοι μαζί, απ’τους ελάχιστους που μείναμε αφού φύγανε οι μάζες, και επιβεβαίωσα πως ο και ο συνάδελφος και η κοπελιά είναι και γαμώ τα άτομα. Απ’τη μια χαίρομαι γι’αυτούς, απ’την άλλη ένα κομματάκι του μυαλού μου παίζει παιχνίδια με την εξωτική Γιαπωνεζούλα με το ευρωπαϊκό όνομα… Oh well, αύριο ξεκινάει μια νέα μέρα. Peace out.

Posted in Άρτος και θεάματα, Περί ανέμων και υδάτων | 4 Σχόλια »

Η δίκη

Posted by dustinthewind στο Νοέμβριος 29, 2006

Τελικά για να μπλογκάρω εγώ, ή πολύ στα high μου πρέπει να είμαι, ή που να μου’ρχεται να ξεθάψω απ’το μπαούλο το «Kill em’ all» μπλουζάκι των Ατσάλικα απ’το λύκειο και να τα κάνω όλα μπουρδέλο. Αν δεν είναι ακόμα φανερό τι απ’τα δύο συμβαίνει απόψε, θα γίνει πολύ σύντομα.

Anywayz μάγγες και μόρτισσες, μετά από δίμηνη απουσία απ’τη μπλογκόσφαιρα για τεχνικούς και μη λόγους (οκ, βασικά μη τεχνικούς), και μετά από αμέτρητα μηνύματα απόγνωσης «γύρισε πίσω, γιατί μας εγκατέλειψες» (ναι ρε, δεν ξέρω να μετράω πάνω απ’το δύο, τι ζόρι τραβάς τώρα;), I’m back… τουλάχιστον μέχρι να ξαναφύγω. Η μαλακία είναι πως όλο αυτό το διάστημα είχα συχνά πυκνά υλικό για ποστάρισμα, αλλά είμαι της άποψης πως τα μπλογκονέα είναι σαν την πίτσα.. αν δεν τα φας όσο είναι ζεστά, μετά είναι για πέταμα. Περιττό να αναφέρω πως η τελευταία ιστορία που πήγαινε για τριλογία θα μείνει διλογία.. κρίμα,και το τελευταίο μέρος ήταν το καλύτερο (note to self: απέφευγε τα ποστς-μυθιστορήματα αν γίνεται – σήμερα μάλλον δε γίνεται). No worries, πάμε γι’άλλα. Και σε αυτό το σημείο παρακαλούνται οι γονείς να απομακρύνουν τα μικρά παιδιά από τους δέκτες τους καθότι προβλέπεται να πέφτουν περισσότερα μπινελίκια απ’ότι συνήθως.

Πριν λίγες ώρες που λες βρέθηκα σε ένα μέρος που δεν είχα την χαρά και την τιμή να δω live 27 χρόνια τώρα. Όχι, δεν ήταν gay bar. Ήταν δικαστήριο, και εκεί κολάει ο σημερινός τίτλος. Χαλάρωσε, ούτε τεμάχισα κανένα, ούτε έκαψα καμιά εκκλησία Σαϊντελόγων, ούτε τίποτα. Ενα γαμωπρόστιμο για κόκκινο φανάρι ήταν. Τι κόκκινο δηλαδή, πορτοκαλο-μανταρινί σε διασταύρωση με τρία αμάξια όλα κι όλα ήταν, αλλά αφού κόκκινο το έκοψε ο μπάτσος ή (το πιο πιθανό) την είχε στημένη να τσιμπήσει κάποιον για ψήλου πήδημα, τι να πεις. Και καλά, σε πάνε δικαστήριο για ένα κόκκινο; Αν παραδεχτείς την ενοχή σου, πληρώσεις το πρόστιμο και τσιμπήσεις τους πόντους που αναλογεί στην παράβαση, όχι. Το τελευταίο είναι και το μανίκι της υπόθεσης συνήθως. Χέστηκε η φοράδα στ’αλώνι για τα 70-80 δολλάρια που ήταν το πρόστιμο εν προκειμένω, περισσότερα θα’βγαζα τις 3.5-4 ώρες που έφαγα εκεί, χώρια η ορθοστασία. Οι πόντοι όμως είναι άλλο καπέλο. Πέρα απ’το ότι μένουν στο αρχείο σου για ένα χρόνο τουλάχιστον (αν δεν φας άλλη καμπάνα μες στο χρόνο, αλλιώς το κοντέρ ξαναρχίζει απ’τη μέρα της τελευταίας παράβασης), πέρα απ’το ότι αν κάνεις 12-15 πόντους μέσα σε δύο χρόνια σου παίρνουν την άδεια από ένα ως τρεις μήνες (άσε τα τετραψήφια κερατιάτικα που πρέπει να πληρώσεις για να την ξαναβγάλεις), σε γαμάνε κι οι ασφαλιστικές από πάνω! Μια παράβαση της πλάκας που αντιστοιχεί σε 2-3 πόντους χωρίς να προκαλείς κανένα ουσιαστικό κίνδυνο (π.χ. αναστροφή σε εντελώς άδειο δρόμο που έκανε ένας γνωστός), και η ασφαλιστική μπορεί άνετα να σου βάλει καπέλο κάμποσες εκαντοντάδες επιπλέον το χρόνο.

Χάρις σ’αυτό το point system, δεν είναι σπάνιο πολλοί να δηλώνουν αθώοι και να προτιμούν τη δικαστική οδό, άσχετα με το αν (πιστεύουν πως) είναι αθώοι. Η δικαστική όδος φυσικά ελάχιστη σχέση έχει με εκείνο το αρχαίο τοπ-μόντελ που έπαιζε τυφλόμυγα και κρατούσε μια ζυγαριά στο χέρι όταν την απαθανάτισε ο καλλιτέχνης. Ειδικά όσον αφορά τον Κ.Ο.Κ., είναι κοινό μυστικό πως αποτελεί έναν ακόμα μηχανισμό αρμέγματος του τραπεζικού σου λογαριασμού. Τώρα οι ασφαλιστικές θα στα φάνε, οι δικηγόροι, η πολιτεία, ή όλοι οι παραπάνω μαζί, αυτό το αποφασίζεις εσύ.

Έχοντας ήδη 3 πόντους καβάτζα, διαβάζοντας ιστορίες τρόμου με το πόσο μπορεί να σου κοστίσει μακροπρόθεσμα, και (κυρίως ίσως) πιστεύοντας πως είμαι σωστός και δε γουστάρω να πληρώνω νταβατζιλίκια, είπα θα δηλώσω αθώος κι ό,τι γίνει. Άρχισα να το ψάχνω online, σε ebooks και βιβλία, γενικά είχα ψιλοαγχωθεί με την όλη φάση. Για δικηγόρο βέβαια ούτε λόγος. «Μακρυά από γιατρούς και δικηγόρους» θυμάμαι τη μάνα μου να λέει πριν κάθε νυχτερινή εξόρμηση (κι η ειρωνία: έχει τελειώσει νομική), και δόξα το Δία, έχω καταφέρει να κρατήσω τυπική σχέση και με τα δυο συνάφια. Αν είναι να μου τα φάνε, καλύτερα να το κάνουν οι ασφαλιστικές παρά κάποιος σύγχρονος γραβατάκιας σοφιστής που χρεώνει $10 την καλημέρα που θα σου πει. Α, και με την ευκαιρία, αν κάποιος εδώ μέσα είναι στο δικαστικό σύστημα… ας αυτοκτονήσει (όπως ίσως έλεγε ο μακαρίτης Bill Hicks).

Σκατά, έχει πάει 2π.μ. εδώ κι αύριο έχει πρωινό ξύπνημα… πάλι δεν θ’αποφύγω την απειλητική λεξούλα…

«Συνεχίζεται…» (?)

Posted in Χωρίς κατηγορία | 9 Σχόλια »

Sin City – part II

Posted by dustinthewind στο Σεπτεμβρίου 27, 2006

The place hasn’t changed much I guess; one visible change is that only the upper level where I’m at is open tonight. No biggie, I rarely hang out downstairs when there isn’t a live band playing. The upper level features two separate halls, the «Tower» and the main dancefloor. The Tower’s the smaller space in the rear, spinning mainly pure gothic and old-school 80s. I don’t spend much time there, unless I’m beat and want to chill out for a while on the velvet sofa. The largest hall is the main floor; it spins ebm, industrial, synthpop and newer goth, and this is where most action takes place.

Despite being relatively late, the crowd is not as large as other times. The greek tradition of deciding where to go at 1am and arriving at 2:30 is not typical around here; at 4-4:30, most places are kinda dead in NY, let alone NJ where everything has to shut down at 2 by law… sheesh. I stroll around in both open halls, just in case my eye catches anything fancy, order the electric iced tea that I usually drink at Albion and I stand by the main floor’s bar, warming up and watching more and more guys and gals joining the party while waiting for a familiar tune to tickle my ears. Within half an hour or so, the dancefloor is packed with young phreaks, rivetheads, old-school goths and dark princesses, bouncing and spinning in a modern version of a Bacchus fest revival.

Not having listened to anything that would make me get off by butt yet, my eye wanders around and finally locks on an unusual scene: a tall-ish, slender guy with shaved head, black pants and sleeveless black t-shirt dances his way to the couch, where another similarly looking guy is sitting, smiling at him. A few seconds pass for my mind to realize that I’m about to witness what turns out to be… a gay lap-dance! Two asian guys standing close notice them too; they look more like tourists than clubsters. One of them is holding a camcorder, he comes close to me to have a better angle and starts shooting. We laugh, but can’t help not checking out at the small screen the two men dance sensually. I’m by no means a homophobe as far as human and social rights are concerned, but instinctively I turn my look away when they start kissing.. sorry, it’s too much for my aesthetics. The dancing was fun though, you never see this in (non-gay) greek clubs.

Thankfully, the first beats from VNV’s version of «Destillat» give me a reason to hit the dancefloor, and Combichrist’s «This sh*t will f*ck you up» pump me up to stay there for at least half an hour straight. The release of enegy is explosive, good thing I hadn’t worked out in the gym that day. Still, I feel my waist and lower back sore after some time. Shit, I can’t stand there and dance my ass off all night as I used to.. have to take breaks every now and then. The thought is inevitable: I’m getting rusty, better adapt than deny it.

Two demographic groups catch my attention: cute angel-like or demon-like girls, and dudes that are here with sole goal to get some ass tonight. First off, I have to admit, goth and cybergoth babes can be amazingly hot. With their pale soft skin, luscious lips, slender bodies, perfect makeup, sexy skirts (both short and long), sensual dancing, solemn expression, they can drive many a man crazy. Sure, I could reiterate all that «It’s only about the music» crap, but then again, I’m a lousy liar. So yeah, experiencing all this feminine energy flowing freely around me is the second best reason to hang out at such clubs (with music being the first of course).


The feminine energy tonight is as strong as usually. Wherever I land my glance, I see a velvet gown, a tight PVC mini-skirt, a luscious bosom. Sure enough, the male ravens have invited themselves to the party. You can easily tell them apart; they often seem out of place, looking or dancing like a hip-hopster or a rapper, and all by chance, you can spot them most of the time within the physical space of a dancing fairy. The less intimidated of them make numerous attempts to dirty-dance, approaching their prey from behind, typically to end up being shot down by a contemptuous look. All these are pretty obvious to me, and I’m a man; let alone the average woman who, being 10 times more socially savvy by dealing with this all the time, can smell them from miles away. Apart from the physical beauty of many dark sirens, there’s a common misconception that tempts several hopeless males: the myth of the «easy», «slutty» female goth. While it may well be true that many girls in this subculture give off a sexy vibe and are more open to explore their sexuality (often with both genders), this doesn’t mean they would fuck everyone and his dumb brother. In fact, I believe the average goth is more inclined to have an exclusive, monogamous relationship than the average mainstream girl, exactly because she has to feel physically and emotionally safe in order to let herself enjoy all the freaky things she wants in bed. Bottom line guys: if you just want to hook up and have no interest in the music or the culture, your chances are much better at a mainstream hip-hop/R&B club with a Britney Spears lookalike, rather at a goth/industrial/metal club.

corset_back.jpgAs I am letting Melotron spin me around with their wonderful melodies and incomprehensible german lyrics, I see her. There she is, four feet away, letting herself swing slowly to the music. An amazing specimen of dark femininity, a perfect 10. Brunette, taller than me in her black boots, with flawless white skin. She’s wearing a tightly laced black corset, emphasizing her slim waist and lush cleavage, and a knee-length skirt, ending a few inches above the end of her boots.

Turning my gaze around, I’m not surprised to see many heads, both male and female, turned towards her. Inevitably, two birds of prey try to make a move. Two black brothas, who didn’t have much luck so far in their previous dirty-dancing missions, sneak close to her. They don’t stand a chance; they’re shot down before even laying a finger on her. As she turns away, she catches my eye. We look at each other straight in the eye for a second or two. I don’t flinch at all, neither does she. She breaks eye contact first, with what seemed to be a sly smile; can’t tell for sure in the dim light. The first notes of Let the wind erase me sound from the speakers. I close my eyes and for the next five minutes I am far, far away.

TO BE CONTINUED…

Posted in Άρτος και θεάματα, Περί ανέμων και υδάτων | 7 Σχόλια »

Sin City

Posted by dustinthewind στο Σεπτεμβρίου 25, 2006

No, I’m not writing about the movie – great flick by the way – but about a blast I had last Friday at the City. The title is kinda catchy – no actual hardcore sin took place (depending on where you’re coming from of course) – but the general vibe and all the weird shit I witnessed reminded me of the movie’s feel, so what the heck, I can roll with a catchy title. By the way, you may have noticed that I’m not writing in greek as in all past posts (duh!). I dunno, english (or rather this botched american slang dialect I use) felt more natural for this post, so there you go. Also, this is gonna be long, so grab a beer from the fridge, light up a cig (or joint if that’s your thing), pull back your chair and relax.

So I went down to Albion the other night, in downtown Manhattan. I hadn’t been there for like, six months or so, and I’d missed the place; besides, NJTransit had a free-ride week for students, so I could get away with the 16 bucks roundtrip (yeah, you’re that cheap when you’re a poor-ass student in a foreign country). Albion, for those who don’t know it (i.e. the 99.999% of the probable visitors of this bloghole), is NYC’s largest Goth/Industrial/EBM/Darkwave venue and one of the largest in the whole east coast. It occasionally features live bands as well, both local and big names. Assemblage 23, one of my fave bands played there last year and gave a hell of a show;Tom Shear kicked major ass that night.. anyway, I digress. Many well-established DJs of these less popular genres have been spinning there for several years now – Cyn, Hellraver, Patrick, Rob Xian, to mention a few. Recently, Ian Ford, who had been the resident DJ in the main fllor for almost a decade, left Albion. This created some sort of drama, with some people and existing DJs bashing him and other yelling back in support of Ian. At first the argument had been mostly musical/technical, but as it’s often the case, personal egos and agendas surfaced and the whole subject drifted to a bunch of gossip trash-talking, like the ones you read on tabloids or watch in «reality» shows. That’s right, even obscure underground subcultures suffer equally (or more) from the same syndromes of mainstream societal groups they scorn. Ironic, isn’t it ? That’s human nature for you, I guess.

Anyway, I was there to get my body beat, not for the drama. So I hit the place around half past midnight, after bearing an hour of incessant babble from the can’t-wait-to-get-wasted college kids and coeds that took advantage of the free-ride week like me. Albion is conveniently located a few blocks down from Penn Station, so I don’t even have to take the subway. The bouncers are still the same, or at least the big black guy that checked my ID and wrapped my wrist with that silly tape, verifying I can drink whatever the hell I want. Not that I’m much of an alcohol fan, especially at a place where you run the risk of dehydration after a couple of hours of body-beating. Door opens. I get in. Barely any light, just enough to see the corridor straight ahead. Stairs. First floor. Right turn, corridor. Time for something that most non-Americans would react with disbelief: security check. Yeap, the kind you’ve seen only in airports. Not every venue does this, but quite a few of them do, especially the larger ones. I guess there must have been past incidents of some dude walking in with a piece of lead-spitting metal, and as common sense says, booze and guns don’t mix very well. Whatever the legal status of that ritual, I have to go through it if I want to proceed further. But here’s the funny part: there’s only one inspector, and it’s a woman! Black, 30ish, on the thick side if it makes any difference. There’s a couple in front of me. The guy gets inspected and after she’s done, he busts on her «huh, you didn’t search everything». Laughing. I’m next. While she’s rubbing my leg, I ask «Are you actually getting paid for this?» «Yeah, lucky me» she laughs back. «Hey, know where I can get one of these jobs too?». More laughs. There are people on the line so I move on to the cashier and give the $10 and the flyer. Echoes of loud, stompy music are coming from the stairway to the 2nd floor (is it Combichrist? can’t tell for sure). I move up and push the door. I’m in the batcave.

TO BE CONTINUED…

Posted in Άρτος και θεάματα, Περί ανέμων και υδάτων | 2 Σχόλια »

Deathstars – Cyanide

Posted by dustinthewind στο Σεπτεμβρίου 23, 2006

Mια φίλη μου έστειλε το παραπάνω κομματάκι πριν λίγο καιρό και μου έχει κολλήσει από τότε. Με electro-goth-industrial-metal στοιχεία, επιρροές από HIM, Marilyn Manson, Fields of the Nephilim και Rammstein, πιασάρικα riffs, αιθέρια synths και σκοτεινά goth φωνητικά με περιστασιακά growl ξεσπάσματα, οι Σουηδοί δημιουργούν μια ατμόσφαιρα που δεν περνάει απαρατήρητη. θα φροντίσω να έχω μια πιο ολοκληρωμένη άποψη γι’αυτούς, αφού ρυθμίσω το e-μουλάρι πρώτα που σέρνεται.

Posted in Άρτος και θεάματα | 1 Comment »

Το σύνδρομο του «καλού παιδιού» – Μέρος Α’

Posted by dustinthewind στο Σεπτεμβρίου 22, 2006

Τον βλέπεις παντού. Στο σχολείο, στο πάρτυ, στην καφετέρια, στο κυριλέ restaurant, στο μουράτο club, στο εμπορικό κέντρο, στο δρόμο, στο internet, στα chatrooms, στα blogs. Και όμως, παραμένει σχεδόν αόρατος. Ένας γνωστός-άγνωστος. Είναι… το «καλό παιδί«!

Αν είσαι γυναίκα, τον ξέρεις πολύ καλά, από πιτσιρίκα κιόλας. Aπό την εποχή που ένιωθες άβολα με το εφηβικό σου σώμα να μεγαλώνει με περίεργο τρόπο, μέχρι και σήμερα. Είναι το αγοράκι που σε γούσταρε κρυφά σε όλο το λύκειο και σου έγραφε ανώνυμα ραβασάκια στο θρανίο. Είναι ο φίλος της φίλης σου που σου είπε φανερά αμήχανα (σχεδόν τραυλίζοντας θα έλεγες) «χάρηκα πολύ» όταν συστηθήκατε. Είναι ο τύπος που σε μπάνιζε με την άκρη του ματιού του όλη νύχτα στο club, χαμηλώνοντας το βλέμμα όποτε συναντιόταν με το δικό σου. Είναι ο δέκα χρόνια μεγαλύτερος σου κουστουμαρισμένος και σενιαρισμένος κύριος που σε κέρασε ποτάκι πριν ανοίξει καν το στόμα του, ακολουθούμενο από κάτι φοβερά πρωτότυπο όπως «έρχεσαι συχνά εδώ;». Είναι ο γείτονας που σκοτώθηκε να σε βοηθήσει όταν μετακόμισες, χωρίς να παραλείψει να σου θυμίσει πως «για ό,τι άλλο θελήσεις, στη διάθεσή σου!».

Και να γνωρίζεστε ήδη όμως, τα πράματα δεν είναι απαραίτητα καλύτερα. Είναι ο κολλητός που εκμυστηρεύεσαι όλα τα γκομενικά σου, χωρίς να ξέρεις πως κατά βάθος θα ήθελε να είναι κάτι παραπάνω από κολλητός – μερικές φορές δεν το έχει συνειδητοποιήσει ούτε καν ο ίδιος. Είναι εκείνος που σε παρηγορεί όταν «εκείνο το καθήκι ο Μιχάλης που έχω μπλέξει δεν ξέρεις τι μου έκανε πάλι!» (αλλά παρ’όλα αυτα παρέμενες μαζί του επειδή… επειδή «δεν ξέρω τι του βρίσκω!»). Είναι εκείνος που σου ζήτησε κάποτε να βγείτε και η απάντηση του στο «πού θα πάμε» ήταν «όπου θέλεις εσύ Μαράκι, δεν έχω πρόβλημα». Είναι εκείνος που σε ρώτησε δεκαπέντε φορές στο ραντεβού «είναι όλα εντάξει, περνάς καλά;». Είναι αυτός που σου «εκμυστηρεύθηκε τον έρωτά του» για να του απαντήσεις με το πιο μελιστάλαχτο ύφος σου «κι εμένα μου αρέσεις, αλλά προτιμώ να μείνουμε φίλοι…». Είναι ο πρώην σου, που από ένα σημείο και μετά άρχισες να βαριέσαι ή να εκνευρίζεσαι μαζί του για ψύλλου πήδημα. Είναι ο ίδιος που παρά τα συνεχή κοπλιμέντα, τις ανθοδέσμες, τα δωράκια των 200 ευρώ και τις φιλότιμες προσπάθειες του να σε κρατήσει κοντά του, παράτησες για κάποιο «κωλόπαιδο».

Αν είσαι άντρας, στοίχημα πως έχεις δει κι εσύ το «καλό παιδί». Είναι ο αγέλαστος τύπος στο βάθος του μπαρ με μια Heineken στο ένα χέρι κι ένα Marlboro lights στο άλλο να στέκεται σχεδόν ακίνητος επί τρεις ώρες, σαν σουρεαλιστική ταπετσαρία στον τοίχο, καρφώνοντας με το βλέμμα μια θηλυκή παρουσία στην πίστα, ανίκανος να κάνει κάτι παραπάνω. Είναι ο γραφικός που βγάζει πύρινους λόγους στην μπακουροπαρέα με κεντρικό άξονα «πλέον οι γυναίκες έχουν γίνει πουτάνες». Παραδόξως, όταν τυχαίνει να βρίσκεται γυναίκα που του αρέσει στην παρέα, βγαίνει πιο μουνόδουλος απ’όλους. Είναι ο κολλητός που ρουφάει πέντε ώρες το φραπέ του στην καφετέρια, λούζοντας όσα ζευγάρια περνούν με πικρόχολα σχόλια του τύπου «καλά, τι του βρήκε του μαλάκα; Φαντάσου πόσο βλαμμένη θα είναι κι αυτή». Η απάντησή του στην οποιαδήποτε κριτική ή συμβουλή είναι «δε θέλω ν’αλλάξω, είμαι απλά ο εαυτός μου». Η ίδια νοοτροπία τον εκφράζει και όσον αφορά το άλλο φύλο: «θέλω μια γυναίκα να δει και να εκτιμήσει τον πραγματικό εαυτό μου». Ως προς την εμφάνιση, συχνά αδιαφορεί, κοροϊδεύοντας τον εαυτό του με ιδέες του στυλ «οι γυναίκες που με ενδιαφέρουν δεν νοιάζονται για την εξωτερική μου εμφάνιση». Άλλες φορές πάλι φτάνει στο αντίθετο άκρο, υπερβάλλοντας εαυτόν στην προσπάθεια του να εντυπωσιάσει. Αυτοπροσδιορίζεται ως «αθεράπευτα ρομαντικός», το οποίο μεταξύ άλλων περιλαμβάνει παρενέργειες όπως μη ρεαλιστικές προσδοκίες, κολλήματα ως προς το σεξ, σύνδρομο ηθικής ανωτερότητας και μια γενικότερη μιζέρια και γκρίνια για την «κατάντια που έχει περιπέσει η κοινωνία».

Όχι πως βελτιώνονται τα πράματα όταν βρει γκόμενα – κάθε άλλο. Αισθάνεται υπερβολικά τυχερός όταν του συμβεί (και έχει δίκιο – συχνά είναι καθαρά θέμα τύχης). Δε χάνει ευκαιρία να διατρανώσει την «αγάπη» του «στην πριγκίπισσά του» με χίλιους δυο τρόπους. Τι κόκκινα τριαντάφυλλα, τι κοσμήματα, τι αρώματα, τι ταξίδια στο εξωτερικό, τι δέκα τηλέφωνα τη μέρα, τι γλυκόλογα! Ο κόσμος του αρχίζει και περιστρέφεται γύρω απ’ «την καλή του» – εκείνη είναι ο Ήλιος κι εκείνος ο μικρός περιφερόμενος πλανητάκος. Απομακρύνεται ή ξεκόβει από την παρέα του για να περνάει περισσότερη ώρα με «το μωρό του». Ζηλεύει και είναι καχύποπτος με οποιοδήποτε άλλο έχει πάρε-δώσε μαζί της. Ακούει με περίσσεια υπομονή τα προβλήματα της. Της κάνει όλα τα χατήρια. Ανέχεται τις ιδιοτροπίες της. Απολογείται στις όποιες κατηγορίες της, είτε έχουν βάση είτε όχι. Αλλάζει τις συνήθειές του για χάρη της. Ζητιανεύει την έγκρισή της σε κάθε του κίνηση. Καταπιέζει τις δικές του επιθυμίες και ορμές όποτε συγκρούονται με τις δικές της.

Κατα ανεξήγητο (για εκείνον) λόγο, όσο πιο πολύ υποχωρεί, τόσο εκείνη μοιάζει να χάνει το ενδιαφέρον της. Γίνεται όλο και πιο ευέξαπτη, κυκλοθυμική, απαιτητική μαζί του. Τα νεύρα και οι καυγάδες πληθαίνουν. Διαισθάνεται πως κάτι δεν πάει καλά και γατζώνεται ακόμα πιο γερά στη βάρκα που μπάζει νερά, λούζοντάς την με ένα νέο κύμα παροχών, υποσχέσεων και ικεσιών. Το κατηφορικό σπιράλ συνεχίζεται μέχρι έως ότου σπάσει το σκοινί, είτε από μόνο του ή από το πρώτο καθαρόαιμο αρσενικό που προσεγγίσει την μπουχτισμένη κοπελίτσα. Την απόγνωση του χωρισμού διαδέχεται μια περίοδος μαύρης κατάθλιψης, ανάμικτης με πίκρα και οργή για την «πουτάνα που αποδείχθηκε κι αυτή τελικά, σαν όλες τις άλλες». Και ο φαύλος κύκλος ξαναρχίζει…

Αυτή ήταν ένα σύντομο προφίλ του «καλού παιδιού» έτσι όπως γίνεται αντιληπτό από εξωτερικούς παρατηρητές, άντρες και γυναίκες. Τι συμβαίνει όμως άραγε στο εσωτερικό του κρανίου του ταλαίπωρου φίλου μας; Τι δυνάμεις, δράσεις, αντιδράσεις, αντιλήψεις, πεποιθήσεις και ψυχικά τραύματα ευθύνονται γι’αυτό το ανθρώπινο δράμα; Αυτά, και άλλα πολλά, θα σκιαγραφήσω στο επόμενο επεισόδιο του ντοκυμανταίρ Το σύνδρομο του «καλού παιδιού».

Posted in Περί ανέμων και υδάτων | 8 Σχόλια »